Επιπτώσεις απο το νερό ψύξης

 

Περιγραφή του συστήματος ψυξης

Η ψύξη της εγκατάστασης του θερμοηλεκτρικού σταθμού με φυσικό αέριο που προγραμματίζεται στο Μαντούδι 1.160 Mwe θα γίνεται  με  ανοιχτό σύστημα ψύξης  (once-through).  Στο ανοιχτό σύστημα  ψύξης εισόδου-εξόδου (once-through) η εγκατάσταση θα αντλεί νερό από την θάλασσα, θα το στέλνει στο σύστημα ψύξης μία φορά, και στη συνέχεια θα απορρίπτει το θερμό νερό πίσω στην θάλασσα. Τα νέα σχέδια που κατέθεσε η εταιρεία με την αίτηση της για την ΒΙΠΕ Βορείου Ευβοιας το σύστημα ψύξης θα περνά μέσα από το λιμάνι Μαντουδίου.  Το αντλιοστάσιο του σύστηματος θα βρίσκεται  μεταξύ του μώλου της σκάλας φόρτωσης και του λιμανιού Μαντουδίου. Ο αγωγός απόρριψης νερού με τούνελ θα περνά  και θα χύνεται στο σημείο απόρριψης του βιολογικού καθαρισμού πίσω από το βράχο της σκάλας φόρτωσης (δές χάρτη). Το σύστημα θα προσλαμβάνει 10 κυβικά μέτρα νερό το δευτερόλεπτο απο ενα αγωγό διαμέτρου 3 μέτρων.

Η  ποσότητα νερού που θα χρειάζεται εξαρτάται από την θερμοκρασία του νερού της θάλασας και της ατμόσφαιρας. Η Ήρων (θυγατρική του ομίλου ΤΕΡΝΑ) υπολόγισε κάτω από διάφορα σενάρια (θερμοκρασίας περιβάλλοντος) ότι χρειάζονται από 5 εκατ. μέχρι 50 εκατ. λίτρα νερό ψύξης ανά ώρα λειτουργίας της μονάδας (25 εκατ. λίτρα νερό τη ώρα κατά μέσο όρο). Δηλαδή, για τις 5.000 ώρες που θα λειτουργεί η μονάδα ετησίως, 25 δισ. με 250 δισεκατομμύρια λίτρα  χλωριωμένο νερό το χρόνο ψύξης θα επιστρέφουν στη θάλασσα κατά 10oC θερμότερο απο την αρχική θερμοκρασία του.   

Μετά από  5 ώρες υπολογίστηκε ότι η μέση θερμοκρασία της θάλασσας σε απόσταση 1,5 χλμ απο το σημείο απόρριψης των λυμάτων θα αυξηθεί κατά 1oC (δές χάρτη). Η μέση αύξηση της θερμοκρασίας θα είναι πολλαπλάσια μεγαλύτερη για τις 16 ώρες που θα λειτουργεί  ο σταθμός καθημερινώς. Το γεγονός ότι ο σταθμός θα λειτουργεί 16 ώρες ημερησίως και το ότι θα είναι 8 ώρες εκτος λειτουργίας  συνεπάγεται αυξομειώσεις στην θερμοκρασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Πολλές χώρες (όπως ο ΗΠΑ, Καναδας, Δανία, κλπ) έχουν θεσμοθετήσει αυστηρά όρια για τις επιτρεπόμενες αυξήσεις θερμοκρασίας  απο την απόρριψη θερμών νερών ψύξης  και την μέγιστη επιτρεπόμενη θερμοκρασία απόρριψης (δες λεπτομέρειες εδώ)

Σε ακτίνα 1,5 χλμ απο το σημείο απόρριψης των θερμών αποβλήτων προβλέπεται μέση αύξηση της θερμοκρασίας κατα 1oC  σε 5 ώρες λειτουργίας - Στις 16 ώρες λειτουργίας του σταθμού ημερησίως η μέση αύξηση της θερμοκρασίας θα είναι πολλαπλάσια.


View Αύξηση της θερμοκρασίας κατα 1 oC σε 5 ώρες σε ακτίνα 1,5 χλμ in a larger map

 

Το θερμό πλούμιο (ή θερμική "κηλίδα") του  Indian Point

 

Το οικονομικότερο σύστημα ψύξης, αλλά περιβαλλοντικά το πλέον ζημιογόνο

Τα ανοικτά συστήματα ψύξης εισόδου-εξόδου  (once-through) είναι τα οικονομικότερα από άποψη επένδυσης και συντήρησης και έχουν τις λιγότερες απώλειες στην παράγωγη ενέργειας απο τα εναλλακτικά συστήματα. Ο παρακάτω πίνακας δείχνει ότι το επόμενο οικονομικότερο σύστημα (cooling canals)) είναι δυο φορές ακριβότερο απο το ανοιχτό σύστημα  ψύξης (once-through).  Περιβαλλοντικά τα once-through συστήματα έχουν τις σοβαρότερες επιπτώσεις και απαιτούν μεγάλες ποσότητες νερού.

 Περιορισμοί και απαγορεύσεις στην χρήση συστημάτων ανοιχτής ψύξης (once-through)

Η Αμερικανική Υπηρεσία Περιβάλλοντος EPA έχει προτείνει απαγορευτικούς περιορισμούς στα συστήματα ανοιχτής ψύξης (once-through). Απαιτεί να έχουν ταχύτητες απορρόφησης μικρότερες από 0.5 πόδια ανά δευτερόλεπτο (feet/s). Στην περίπτωση του Μαντουδίου η ταχύτητα του νερού (σε ενα αγωγό διαμέτρου 3 μέτρων)  είναι 4.44  πόδια το δευτερόλεπτο (feet/s) (ή 141,47 εκατοστά το δευτερόλεπτο). Δηλαδή εννέα (9) φορές παραπάνω απο αυτό το όριο. (δες υπολογισμό ταχύτητας εδώ). Η Αμερικανική Υπηρεσία Περιβάλλοντος EPA  υποχρεώνει τις νέες μονάδες να μειώσουν τη ροή πρόσληψης νερού σε ένα επίπεδο παρόμοιο με αυτό σε ένα κλειστό σύστημα ψύξης. Δες κανονισμούς εδώ.

Η πολιτεία της Καλιφόρνιας απαγορεύει τα ανοικτά συστήματα ψύξης εισόδου-εξόδου (once-through) στους θερμοηλεκτρικούς σταθμούς. Η Επιτροπή Ελέγχου Υδάτινων Πόρων (California’s State Water Resources Control Board) πρότεινε μια ρύθμιση που αναγκάζει τους 19 θερμοηλεκτρικούς σταθμούς στο έδαφος της  που χρησιμοποιούν ανοιχτά συστήματα ψύξης εισόδου-έξοδου (once-through) να μειώσουν τη χρήση του νερού των ωκεανών κατά 93% χρησιμοποιώντας άλλους τύπους συστήματων ψύξης. Δες εδώ

Παρόμοιοι περιορισμοί για τα ανοιχτά συστήματα ψύξης  (once-through) υπάρχουν και σε άλλες πολιτείες της Αμερικής δες εδώ

Λεπτομέρειες για τα διαθέσιμα συστήματα ψύξης

COST AND VALUE OF WATER USE AT COMBINED-CYCLE POWER PLANTS Prepared For California Energy Commission 

Βέλτιστες Διαθέσιμες Τεχνικές που έχει υιοθετήσει η ΕΕ για τα συστήματα ψύξης βιομηχανικών εγκαταστάσεων (εδώ)

  

 

Επιπτώσεις

 

Επιπτωσεις απο την είσοδο του νερου στο σύστημα ψύξης

Πρόσκρουση και Εγκλωβισμός/Παράσυρση (πηγή: EPA)

Υπάρχουν πολλοί τύποι των αρνητικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων που σχετίζονται με τα ανοιχτά συστήματα ψύξης (once-through), συμπεριλαμβανομένης της πρόσκρουσης και του εγκλωβισμού:

-Μειώσεις απειλούμενων, σε κίνδυνο, ή άλλων προστατευόμενων είδων

-Βλάβη σε οικολογικά κρίσιμους υδρόβιους οργανισμούς συμπεριλαμβανομένων των σημαντικών στοιχείων της τροφικής αλυσίδας,

-Απώλειες στους πληθυσμούς ειδών, συμπεριλαμβανομένων μειώσεων των αυτοχθόνων πληθυσμών ειδών, στα εμπορικά αποθέματα της αλιείας και την ερασιτεχνική αλιεία και

ιέσεις σε ολόκληρες κοινότητες ειδών ή οικοσυστήματα, όπως αποδεικνύεται από τη μείωση στην πολυμορφία και μεταβολές στην διάρθρωση και λειτουργία των οικοσυστημάτων.

Πρόσκρουση

Πρόσκρουση

Η πρόσκρουση λαμβάνει χώρα όταν τα ψάρια παγιδεύονται κατά την πρόσληψη στην σίτα προσαγωγής από την ταχύτητα απορρόφησης του νερού. Οι προσκουόμενοι οργανισμοί πεθαίνουν ή τραυματίζονται από:
-Πείνα και εξάντληση,
-Ασφυξία, όταν οι δυνάμεις της ταχύτητα παρεμποδίζουν τη σωστή κίνηση των πτερυγίων,
-Γδάρσιμο κατά την πλύση της σίτας,
-Ασφυξία λόγω της απομάκρυνσης από το νερό για παρατεταμένες περιόδους, και
-Απομάκρυνση από το σύστημα με τρόπο διαφορετικό από την επιστροφή τους στο φυσικό τους περιβάλλον.

Νεκρά ψάρια απο πρόσκρουση. πηγή:http://powerstationeffects.co.uk/

Εγκλωβισμός (παράσυρση)

Η παράσυρη ή εγκλωβισμός στο σύστημα συμβαίνει όταν οι οργανισμοί που βρίσκονται στην ροή του νερού προσαγωγής εισέρχονται και διέρχονται απο το σύστημα ψύξης. Οι οργανισμοί που παρασύρονται είναι εκείνοι οι οργανισμοί που είναι αρκετά μικροί και περνούν μέσα από τις σίτες πρόσληψης, είναι κυρίως τα αυγά και τα προνύμφιακά στάδια ψαριών και οστρακοειδών. Καθώς οι οργανισμοι που παρασύρονται περνούν μέσα από το σύστημα ψύξης, υπόκεινται σε μηχανικές, θερμικές, και σε τοξικές πιέσεις. Πηγές αυτών των πιέσεων περιλαμβάνουν τις φυσικές επιπτώσεις από τις αντλίες και τους σωλήνες του συμπυκνωτή, αλλαγές πίεσης που προκαλούνται από την αλλαγή πορείας του νερού ψύξης στο εργοστάσιο ή από τα υδραυλικα αποτελέσματα του συμπυκνωτή, την καθαρή πίεση, το θερμικό σοκ στη σήραγγα του συμπυκνωτή και κατα την απαλλαγή, και τοξιναιμία που προκαλούν οι χημικές ουσίες των αντιρρυπαντικών παραγόντων όπως το χλώριο.

Οι επιπτώσεις της πρόσκρουσης και του εγκλωβισμού ή παράσυρσης εξαρτώνται από τα χαρακτηριστικά των ειδών, τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής στην οποία βρίσκεται η εγκατάσταση, την θέση, το σχεδιασμό, και την ικανότητα του συστήματος ψυξης. Είδη που αναπαράγονται σε περιοχές κοντά στις ακτές, που έχουν αυγά και πλαγκτονικές προνύμφες, και είναι μικρού μεγέθους σαν ενήλικες δέχονται τις σοβαρότερες επιπτώσεις.  Επίσης οι νεοεισερχόμενοι και οι αναπαραγόμενοι ενήλικες επηρεάζονται ανάλογα (π.χ., ο "γαύρος της ακτής"  στις εκβολές ποταμών και τους ωκεανούς). Σε γενικές γραμμές, τα υψηλότερα φαινόμενα πρόσκρουσης και εγκλωβισμού/παράσυρσης  παρατηρούνται στις εκβολές ποταμών και κοντά σε παράκτια ύδατα, λόγω της ύπαρξης τόπων αναπαραγωγής και ανάπτυξης των ψαριών. Αντίθετα οι νεογνοι  των ειδών του γλυκού νερού είναι γενικά επιβενθικοι και εκκολάπτονται από μάζες αυγών στο βυθό. Δεν είνα σαν τα παρασυρόμενα είδη, και ως εκ τούτου τα είδη του γλυκού νερού  είναι λιγότερο ευαίσθητα στον εγκλωβισμό/παράσυρση.

Η πιθανότητα πρόσκρουσης και εγκλωβισμού ή παράσυρσης εξαρτάται επίσης από τα χαρακτηριστικά της  εγκατάστασης. Εάν η ποσότητα του νερού που απορροφιέται είναι μεγάλη σε σχέση με τη ροή των υδάτων, ένας μεγαλύτερος αριθμός οργανισμών επηρεάζεται. Οι αγωγοί απορρόφησης του νερου ψυξης που βρίσκονται κοντά στις ακτές τείνουν να έχουν μεγαλύτερες οικολογικές επιπτώσεις από ό, τι οι αγωγοί απορρόφησης που βρίσκονται υπεράκτια (στα ανοιχτά), αφού οι περιοχές κοντά στις ακτές συνήθως είναι βιολογικά πιο παραγωγικές και έχουν υψηλότερες συγκεντρώσεις  υδρόβιων οργανισμών (δείτε Saila et al., 1997).

Οι απώλειες από την πρόσκρουση και τον εγκλωβισμό (παράσυρση) μπορεί να είναι σημαντικές. Για παράδειγμα, υπολογίζεται ότι η ετήσια πρόσκρουση και παρασυρση σε τρεις θερμοηλεκτρικούς σταθμούς του Hudson River οδηγούν σε ετήσιες  μειώσεις έως και 20% για τα γραμμωτά λαβράκια, 25% για το γαύρο της ακτής, και 43% για το μπακαλιαράκι του Ατλαντικού,  χωρίς να υσυνπολογίζεται η 100% θνησιμότητα των παρασυρόμενων οργανισμών (ConEd, 2000).

 

πηγή: Αμερικάνικη Υπηρεσία Περιβάλλοντος,  EPA

Εκτός από τις άμεσες απώλειες των υδρόβιων οργανισμών από την πρόσκρουση και εγκλωβισμό υπάρχει ένας αριθμός έμμεσων, σε επίπεδο οικοσυστήματος, επιπτώσεων, που συμπεριλαμβανουν: (1) διακοπή της υδάτινης τροφικής αλυσίδας που προκύπτει από την απώλεια οργανισμών (λόγω της πρόσκρουσης και του εγκλωβισμού τους) που παρέχουν τροφή για άλλα είδη, (2) διατάραξη της αλληλουχίας των θρεπτικών ουσιών και άλλων βιοχημικών διεργασιών, (3) αλλοίωση της σύνθεσης των ειδών και των συνολικών επίπεδων της βιοποικιλότητας τα επίπεδα, και (4)  υποβάθμιση του συνολικού υδάτινου περιβάλλοντος.

Εκτός από τις επιπτώσεις του συστημάτος ψυξης στα θαλασσια ρεύματα και τα άλλα τοπικά χαρακτηριστικά των ενδιαιτημάτων/βιοτόπων, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος μπορεί να προκύψει από τις σωρευτικές επιπτώσεις οπου η λήψη νερού βρίσκεται σε ένα χώρο όπου η λήψη νερού αλληλεπιδρά με άλλους περιβαλλοντικούς στρεσογόνους παράγοντες της περιοχής.

Πηγές

Consolidated Edison Company of New York (ConEd). 2000. Draft Environmental Impact Siaternenifár the State Pollutant Discharye Elimination Svxtem Permits jòr Bowline Point. Indian Point 2 & 3. and Roseton Steam Electric Generating Stations

Murdoch, V.W., R.C. Fay, and S.J. Mechalas. 1989. Final Report of the Marine Review Committee to the California Coastal Commission, August 1989, MRC Document No. 89-02.

Saila, SB., E. Lorda, J.D. Miller, R.À. Slier, and W.ll. Howell. 1997. Equivalent adult estimates for losses of fish eggs, larvae, and juveniles at Seabrook Station with use of fuzzy logic to represent parametric uncertainty. North Ameritan Journal of Fisheries Management 17:81 l-825


Η περίπτωση του θερμοηλεκτρικού σταθμού EF Barrett στην πόλη του Hempstead, πολιτεία της Νέας Υορκης

Ο θερμοηλεκτρικός σταθμός Barrett έχει δύο μονάδες που λειτουργούν με φυσικό αέριο και πετρέλαιο, συνολικής ισχύος από 362MW. Ο σταθμός χρησιμοποιεί ανοιχτό σύστημα ψύξης  καιτο νερό απορρίπτεται κατα 16 °C θερμότερο με ανώτατη θερμοκρασία απόρριψης νερού στους 43° C.

Σύμφωνα με μελέτες μεταξύ 2003 και 2004 από το Τμήμα Περιβαλλοντικής Προστασίας της πολιτείας της Νέας Υόρκης (DEC), ότι περίπου 1,2 δισεκατομμύρια αβγά και προνύμφες ψαριών παρασύρονται (αναρροφούνται μέσα από τις σιτες εισαγωγής και στο σύστημα ψύξης), και περίπου 178.000 ψάρια προσκρούουν στις σιτες από την πίεση της ροής εισαγωγής. Μια δημοσιευμένη έκθεση περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με τα είδη που βρίσκονται στις μελέτες δειγματοληψίας:
Συλλέχθηκαν στοιχεια σε τριάντα τρεις ταξινομικές ομάδες ψαριών παρασύρονται (εγκλωβίζονται), με πέντε ταξινομικές ομάδες [η λαπίνα της Αμερικής (Tautogolabrus adspersus), ο γαύρος της ακτής (Anchoa mitchilli ), το τάουτογκ (Tautoga onitis), το καλκάνι Αμερικής (Scophthalmus aquosus), και ο πριονωτός (Prionotus)] που αποτελούν περισσότερο από το 90% του δείγματος. Πενήντα επτά είδη ψαριών συλλέχθηκαν σε δειγματοληψία από την πρόσκρουση. Η πρασινοαθερίνα (Menidia menidia), η Φρίσσα Ατλαντικού (Brevoortia tyrannus), το Fundulus heteroclitus, το Fundulus majalis, και η Χωματίδα Αμερικής (Pseudopleuronectes americanus) αποτελούν περισσότερο από  τα 92% του δείγματος. Επιπλέον, ένα σύνολο 1.394 επιλεγμένων ειδών μακροασπονδύλων επίσης συγκεντρώθηκαν κατά τον έλεγχο της πρόσκρουσης στο σταθμό του Barrett. Ο ιταλικός κάβουρας (Callinectes sapidus) ήταν το κυρίαρχο είδος που βρέθηκε να έχει προσκρουσει στις σίτες άντλησης νερού, τόσο αριθμητικά όσο και κατά βάρος.  Η Χωματίδα Αμερικής (Pseudopleuronectes americanus) αποτελεί το 2,7 % (26.800.000 αυγά και προνύμφες) των παρασυρμένων είδων, και 3,0% (5.300 άτομα) από τα είδη που προσέκρουσαν στις σίτες προσαγωγης του νερού ψύξης.

Αλλες περιπτώσεις

Δες εδώ βίντεο την διαδικασία πρόσκρουσης και εγκλωβισμού/παράσυρσης σε ένα ανοιχτό σύστημα ψύξης

 


 

Επιπτώσεις απο την έξοδο του νερού απο το σύστημα ψύξης

 

 

 

Πιθανές Οικολογικές Επιπτώσεις της Θερμικής Ρύπανσης

Η θερμότητα από την απόρριψη του νερού ψύξης διαχέεται στο θαλάσσιο περιβάλλον, καθώς το πλουμιο (η θερμική «κηλίδα») αναμιγνύεται με την στήλη του νερού. Κάποια ενέργεια μπορεί να χαθεί στην ατμόσφαιρα αν το πλούμιο («θερμική» κηλίδα) είναι επιπλέουσα. Παρόμοια, κάποια θερμική ενέργεια θα μεταφέρεται στο ιζήματα, αν η απαλλαγή περνά πάνω από παλιρροιακά ιζήματα κατά την άμπωτη ή παρασύρεται στα χαμηλότερα στρώματα του νερού. Διαρκείς θερμικές απορρίψεις σε ημίκλειστα υδατικά συστήματα, μπορεί να οδηγήσουν σε καθαρή αύξηση της θερμοκρασίας της στήλης νερού.  Το ποσοστό της ανάμειξης του θερμού νερού απόρριψης με τη στήλη του νερού θα καθορίσει τον ρυθμό με τον οποίο η θερμότητα διαχέεται. Τα θερμά απόβλητα μπορεί να ενισχύσουν την θερμική διαστρωμάτωση καθώς τα θερμά λύματα «εγκλωβίζονται» στα επιφανειακά στρώματα, αυξάνοντας την διαφορά θερμοκρασίας ανάμεσα στα στρώματα πάνω και κάτω από την θερμοκλίνη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι απορρίψεις θερμού νερού ψύξης έχουν μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε αλάτι από το περιβάλλον υποδοχής και σε αυτή την περιπτωση εγκλωβίζονται στα κατώτερα στρώματα της στήλης νερου.

Οι επιπτώσεις των θερμικων απορρίψεων στο θαλάσσιο περιβάλλον υποδιαιρούνται σε άμεσες  (επιπτωσεις στους οργανισμούς που επηρεάζονται άμεσα από τις αλλαγές στη θερμοκρασία) και σε δευτερογενείς επι[τ'ωσεις (αυτές που προκύπτουν στο οικοσύστημα, σαν αποτέλεσμα των αλλαγών στους οργανισμούς που επηρεάζονται άμεσα).

Τα άμεσα αποτελέσματα των θερμικών απορρίψεων στο θαλάσσιο περιβάλλον περιλαμβάνουν:

-Αλλαγή του της θερμοκρασίας της στήλης του νερού, και ίσως και του ιζήματος του περιβάλλοντος υποδοχής.

-Θανατηφόρες και υπο-θανατηφόρες επιπτώσεις στους θαλάσσιους οργανισμούς με την αλλαγή  της θερμοκρασίας

-Αυξηση της παραγωγικότητας μια σειράς οργανισμών

-Μείωση του διαλυμένου οξυγόνου.

Ο Bamber (1995a) προσδιόρισε τρείς διαστάσεις στις οποίες η αλλαγή της θερμοκρασίας είναι σημαντική για την οικολογία του περιβάλλοντος υποδοχής:

1. Η μέση θερμοκρασία (η οποία ποικίλλει ανάλογα με την απόσταση από το σημείο απόρριψης και είναι ζωτικής σημασίας για την κατανόηση και την πρόβλεψη των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων)

2. Η μέγιστη θερμοκρασία (σαφώς σημαντική οταν πλησιάζει τα θανατηφόρα θερμικά όρια αντοχής ενός οργανισμού, δες τα όρια παρακάτω)

3. Οι διακυμάνσεις της θερμοκρασίας και ο ρυθμός της μεταβολής της (οι οποίες κυμαίνονται ανάλογα με τους ελέγχους στο εσωτερικό της πηγής θερμότητας ).

Οι θανατηφόρες επιπτώσεις των θερμών αποβλήτων των θερμοηλεκτρικών μονάδων. Αξίζει να σημειωθεί ότι η απουσία των επαναλαμβανόμενων θανάτων στη περιοχή  κοντά στον αγωγό απορριψης θερμων αποβλήτων δεν συνεπάγεται απαραίτητα την απουσία ενός συνεχιζόμενου προβλήματος. Οι οργανισμοί που κολυμπούν ελεύθερα μπορούν να αποφύγουν απλώς την περιοχή. Σε αντίθεση ότι τα ριζωμένα βενθικά είδη θανατώνονται και δεν αντικαθιστούνται ποτέ. Έτσι, η επίδραση των θερμών λυμάτων είναι να εκδιωχτούν και αποκλειστούν ορισμένοι οργανισμοι από την περιοχή της απόρριψης των αποβλήτων. Οι πραγματικοί θάνατοι των οργανισμών συμβαίνουν κυρίως όταν τα χαρακτηριστικά των λυμάτων αλλάζουν ξαφνικά ή όταν, για κάποιο λόγο, οι οργανισμοί δεν μπορούν να ξεφύγουν όταν η ποιότητα του νερού επιδεινώνεται.

Θερμά απόβλητα

Οι υποθανατηφόρες επιπτώσεις από τα θερμά λύματα στους ζώντες οργανισμούς μπορεί να μην είναι τίποτα παραπάνω από μια ήπια έκθεση σε περιβαλλοντικες πιέσεις που είναι  δυνητικά θανατηφόρες. Πολλες υποθανατηφόρες πιέσεις  που συνδέονται με τα λύματα  των θερμοηλεκτρικών σταθμών είναι, ωστόσο, το αποτέλεσμα περίπλοκων αλληλεπιδράσεων  μιας ποικιλίας παραγόντων. Για παράδειγμα,  η αύξηση της θερμοκρασίας αναμένεται να αυξήσει το  ρυθμό αναπνοής ενός υδρόβιου οργανισμού, τουλάχιστον μέχρι το σημείο όπου η θερμοκρασία πλησιάζει το θανατηφόρο επίπεδο για τα είδη. Η ζήτηση του  οξυγόνου (O2) απο τον οργανισμο αυξάνεται γενικά καθώς η θερμοκρασία αυξάνεται. Δεδομένου ότι ο συντελεστής θεοκρασίας Q10 για πολλούς οργανισμούς είναι περίπου 2, μια αύξηση της θερμοκρασίας των υδάτων κατά 10°C μπορεί να διπλασιάσει το ρυθμό της αναπνοής της κοινότητας των ειδών. (Ο συντελεστής θερμοκρασίας Q10 είναι ένα μέτρο του ρυθμού μεταβολής των βιολογικών ή χημικών συστημάτων σαν συνέπεια της αύξησης της θερμοκρασίας κατά 10°C). Η αύξηση της θερμοκρασίας μειώνει ταυτόχρονα την διαλυτότητα του οξυγόνου (Ο2) στο νερό. Η σχέση είναι τέτοια που   αύξηση της θερμοκρασίας κατα 10°C μειώνει τη διαλυτότητα του οξυγόνου κατά περίπου 20%. Έτσι, η αύξηση της θερμοκρασίας προκαλεί γενικά αναπνευστική αύξηση της ζήτηση για οξυγόνο (Ο2), αλλά  και μείωση της ικανότητας του νερού να διαλύει το οξυγόνο (O2). Τέλος, εάν η «θερμική κηλίδα» των λυμάτων  δεν αναμιχθεί με το προσλαμβανόμενο νερό και έχει την τάση να ανέρχεται στην επιφάνεια, κάθε θερμική διαστρωμάτωση της στήλης νερού θα ενταθεί. Η στήλη του νερού γίνεται έτσι πιο σταθερή και άρα πιο δύσκολο να αναμειχθεί. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε αποτελεσματική ανταλλαγή  οξυγόνου (Ο2) μεταξύ της ατμόσφαιρας και του νερού που βρίσκεται κάτω από το στρώμα της επιφάνειας θα μειωθεί. Τα θερμά λύματα από μια θερμοηλεκτρικη μονάδα έτσι επιδεινώνουν τα προβλήματα μείωσης του οξυγόνου (O2) με τους παρακάτω μηχανισμούς:

1. την αύξηση ζήτησης οξυγόνου αναπνοής από τους υδρόβιους οργανισμούς και

2. Την μείωση της διαλυτότητας του οξυγόνου (O2) στο νερό

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι υψηλές θερμοκρασίες τείνουν να αυξάνουν την ευαισθησία των ψαριών και των οστρακοειδών σε άλλες περιβαλλοντικές πιέσεις. Η αλληλεπίδραση αυτή προκύπτει εν μέρει διότι η αύξηση της θερμοκρασίας  οδηγεί σε αύξηση στους ρυθμούς του μεταβολισμού  (τουλάχιστον κάτω από το εύρος των θανατηφόρων  θερμοκρασιών), η οποία με τη σειρά της απαιτεί αυξημένο ρυθμό άντλησης νερού στα βράγχια. Σαν αποτέλεσμα, η ένταση της έκθεσης του οργανισμού σε κάθε τοξική ουσία στο νερό είναι αυξημένη. Υπάρχουν αποδειχτικά στοιχεία, για παράδειγμα, ότι η τοξικότητα του χλωρίου είναι πιο αυξημένη σε υψηλές θερμοκρασίες (Cairns et al 1978). Σε συγκεντρώσεις  0,1 ppm (μέρη στο εκατομμύριο)  υπολειμματικού χλώριου, για παράδειγμα, ο μέσος χρόνος επιβίωσης ενός σολομού Chinook μειώνεται κατά  ενα παραγοντα 1000 όταν η θερμοκρασία αυξάνεται από 25 ° C έως 30 ° C ενω ο μέσος χρόνος επιβίωσης του ροζ σολομου μειώνεται κατά ένα παράγοντα 73  όταν η θερμοκρασία αυξάνεται από 11 ° C έως 22 ° C (Langford, 1983). Επιπλέον, ορισμένες ασθένειες και παθογένειες αναπτύσσονται πιο γρήγορα σε υψηλότερες θερμοκρασίες και το θερμικό στρες μπορεί να κάνει τους υδρόβιους οργανισμούς πιο ευάλωτους σε λοιμώξεις (Clark και Brownel, 1973, Langford, 1983).

Στις υποθανατηφόρες πιέσεις σημαντικές είναι και οι αλληλεπιδράσεις που μπορούν να επηρεάσουν τους υδρόβιους οργανισμούς και μπορεί να  συμβάλουν στην αυξηση της επίδρασης των θερμών λυμάτων της θερμοηλεκτρικής μονάδας στους υδρόβιους ζώντες οργανισμούς. Ωστόσο, η σταδιακή εξάλειψη ενός είδους από ένα σύστημα (που οφείλεται, για παράδειγμα, στη μείωση της γονιμότητας ή την μεγαλύτερη ευπάθεια σε ασθένειες, ή την μειωμένη αποτελεσματικότητα της ανάπτυξης, ή άλλες υποθανατηφόρες πιέσεις)  δεν προσελκύει τη προσοχή που προσελκύουν οι  θανατοι ψαριών. Τα αποτελέσματα των υποθανατηφόρων πιέσεων  γενικά δεν οδηγούν σε θεαματικά γεγονότα. Ομως τα μεγαλύτερα προβλήματα για τα υδρόβια συστήματα από τα θερμά λύματα μια θερμοηλεκτρικής μονάδας προκαλούνται  από την συνεχή έκθεση των οργανισμών σε υποθανατηφόρες πιέσεις παρά τις περιστασιακές θανατώσεις μεγάλου αριθμού  οργανισμών απο  θερμικό σοκ,  την χλωρίωση, ή την ασθένεια της φυσαλίδας (gas bubble disease).  Ο Langford (1983), για παράδειγμα, αναφέρει μια σειρά από παραδείγματα αλλαγών στη σύνθεση των ειδών και των βενθικών ασπόνδυλων σε κοινότητες ειδών που γειτνιάζουν με θερμικές απορρίψεις αποβλήτων.

Όπως είναι αναμενόμενο, υπάρχει  και μια τάση στη φυσική πανίδα της περιοχής των απορίψεων να αντικαθίσταται από πιο θερμοανθεκτικά είδη.

Ασθένεια της φυσαλίδας (gas bubble disease)

Υπάρχουν αρκετές γνωστές περιπτώσεις θανάτων ψαριών λόγω της ασθένειας της φυσαλίδας (gas bubble disease) που συνδέεται με τα θερμά απόβλητα από σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (Demont και Miller 1971, Clark και Brownell,1973 Schneider 1980.). Τα θερμά αποβλητα τείνουν να είναι υπερκορεσμένα απο ατμοσφαιρικό αέρα, και όταν αυτος ο υπερβολικός αέρας στο νερό ληφθεί στο αίμα των ψαριών τείνει να διογκώνεται σαν φούσκα προς τα έξω, οδηγώντας αρχικά σε ανισορροπία και τελικά σε θάνατο του ψαριού από εμβολή. Χιλιάδες ενήλικες φρίσσες του Ατλαντικού (Menhaden)  πέθαναν ετσι από την ασθένεια της φυσαλίδας στις 9 του Απρίλη 1973 κοντά στηαπορριψεις θερμών λυμάτων στο σταθμό ηλεκτροπαραγωγής Pilgrim, στο Cape Cod Bay της Μασαχουσέτης. Το συμβάν που περιγράφεται σε μια έκθεση του Smithsonian Institution ως εξής:

 Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι φρίσσες του Ατλαντικού (Menhaden) πεθαίνουν από την ασθένεια της φυσαλίδας η οποία προκαλείται από τον υπερκορεσμό του αζώτου στο νερό με φυσικό τρόπο. Ωστόσο, το νερό που λαμβάνεται από το εργοστάσιο σε χαμηλή θερμοκρασία αυξάνεται κατά περίπου 26-27 βαθμούς Φαρενάιτ, έτσι ώστε όταν βγαίνει από το εργοστάσιο είναι υπέρκορεσμένο. Τα ψάρια είχαν βλάβες και αιμορραγία στα πτερύγιά τους και είχαν πολλές φυσαλίδες  στα πτερύγιά τους. (Smithsonian Institution, 1973a).

Hunterston Power Station cooling water outflow       

Η εκροή νερού ψύξης του θερμοηλεκτρικου σταθμού Hunterston. Μια «θερμική κηλίδα» εκτείνεται στο κόλπο του Millport  και επηρεάζει τη θαλάσσια ζωή.

 

 

Επιπτώσεις  στο φυτοπλαγκτόν

Το φυτοπλαγκτόν είναι μονοκύτταρα μικροσκοπικά φυτά και μια από τις σημαντικότερες πηγές πρωτογενούς παραγωγής τροφίμων για τους παράκτιους και θαλάσσιους τροφικούς ιστούς (ή τροφικές αλυσίδες). Αποτελούν ένα σημαντικό είδος διατροφής για το ζωοπλαγκτόν, το οποίο περιλαμβάνει προνύμφες ψάρια, ηθμό-τρεφόμενα ασπόνδυλα και μερικά είδη ψαριών. Επιπλέον, οι παρασιτικές  εξανθήσεις  φυτοπλαγκτού μπορεί να  εμφανισοτυν απο τα θερμά αποβλητα και προκαλέσουν αισθητικά και οικολογικά προβλήματα.

1. Το φυτοπλαγκτόν συνεισφέρει σε σημαντικό ποσό στις βασικές συνθετικες δραστηριότητες υποστήριξης μιας κοινότητας ειδών.

2. Μεταστροφή προς παρασιτικά είδη φυκων μπορεί να ενθαρρυνθεί από τα θερμά απόβλητα  του συστήματος ψύξης

3. Τα  θερμά απόβλητα μπορεί να τροποποιήσουν την κοινότητα των ειδών σε ένα θαλασσιο σύστημα που στηρίζεται για τροφή στο φυτοπλαγκτόν.

Επιπτώσεις στο ζωοπλαγκτόν

Τα ζωοπλαγκτόν είναι μικροσκοπικά ζώα που ζουν στη στήλη του νερού.  Το ζωοπλαγκτόν αποτελείται από δύο διαφορετικές κατηγορίες οργανισμών, το ολοπλαγκτό και το μεροπλαγκτό.  Το ολοπλαγκτό περνα όλη τη διάρκεια ζωής του σαν πλαγκτόν. Το μεροπλαγκτό όπως τα ψάρια και  τα αυγά και οι προνύμφες των μαλακοστράκων περνούν  μόνο ένα μέρος του κύκλου ζωής τους σαν πλαγκτόν (πριν αναπτυχθούν). Η κοινότητα του ζωοπλαγκτον  είναι μια βασική πηγή τροφής για τα ψάρια προνύμφες, τα οστρακοειδή και ορισμένα είδη ενήλικων ψαριών.

Αλλαγές στην κοινότητα ζωοπλαγκτού και μεροπλαγκτού από τα θερμά απόβλητα μπορεί να οδηγήσει σε αισθητές βλάβες στην ισορροπία του πληθυσμού των αυτόχθονων ψάριων και οστρακοειδων.

2. Τα θερμά απόβλητα είναι δυνατό να αλλάξουν την ανάπτυξη και την αφθονία του πληθυσμού των ειδών  

3. Το  θερμό πλούμιο («θερμική κηλίδα») των αποβλήτων  αποτελεί ένα θανατηφόρο φράγμα στην ελεύθερη κυκλοφορία (ελεύθερη παράσυρση ) του ζωοπλαγκτού και μεροπλαγκτού

Eμφάνιση παρασιτικών εξανθήσεων των φυκών

 

Επιπτώσεις στους "διαμορφωτές βιοτόπων"

Οι διαμορφωτές βιοτόπων είναι τα είδη των οποίων η παρουσία παρέχει προστασία, "στέγη", χώρο βοσκής, τόπο αναπαραγωγής ή ειναι ενας βιότοπος φυτώριο για άλλα είδη. Στο θαλάσσιο περιβάλλον, σε διαμορφωτές βιοτόπων περιλαμβάνουν του  κοραλλιογενείς ύφαλους, θαλάσσια βλάστηση, λιβάδια φυκιών, και  φυτείες μακροφυκών. Πολλά  είδη  χρησιμοποιούν τους βιοτόπους αυτούς για ωοτοκία, ή σαν περιοχές αναπαραγωγής, τροφοληψίας  ή και σαν καταφύγια από την θήρευση από άλλα είδη.

Τα θερμά απόβλητα του συστηματος ψύξης μπορεί να  οδηγήσουν  σσε επιδείνωση στην κοινότητα των ειδών που ζουν στους διαμορφωτες βιοτοπους ή εξαιτίας αυτού να προξενήσουν σημαντικές βλάβες στην ισορροπία των αυτοχθόνων πληθυσμων των θαλασσιών ειδών

Τα θερμά απόβλητα μπορεί να έχουν και αρνητικές επιπτώσεις όσον αφορά τα απειλούμενα ή απειλούμενα με εξαφάνιση είδη, ως αποτέλεσμα των επιπτώσεων  τους στους "διαμορφωτές  βιοτόπων".

 

Επιπτώσεις στα οστρακοειδή και  μακροασπόνδυλα

Η πανίδα των μακροασπονδυλων, συμπεριλαμβανομένων των οστρακοειδών, είναι ένα σημαντικό συστατικό των υδρόβιων τροφικών πλεγμάτων και έχει άμεση σημασία για τον άνθρωπο ως πηγή τροφίμων και  για την εμπορική  αλιεια. Οι δραστηριότητες τρώσης και σίτισης τους προωθούν την οξυγόνωση των ιζημάτων και την ανακύκλωση σημαντικών θρεπτικών συστατικών από τα ιζήματα.

Επιπτώσεις στα ψάρια

Τα θερμά απόβλητα μπορεί να οδηγήσουν σε:

-άμεση ή έμμεση θνησιμότητα από υπερβολική θερμότητα

-μείωση της αναπαραγωγικής ικανότητας και της ανάπτυξης των ψαριών,

-εκδίωξη ψαριών από απαράδεκτα μεγάλες περιοχές και

-παρεμπόδιση της μετανάστευσης ψαριών

Θανατηφόρο εύρος θερμοκρασίας για τα ψάρια (δες εδώ σελίδα 71)

 

 


 

Επιπτώσεις της θερμικής ρύπανσης του θερμοηλεκτρικού σταθμού  Brayton Point

Οι επιπτώσεις της θερμικής ρύπανσης διαφέρουν από σταθμό σε σταθμό ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες. Μια περίπτωση που έχει αναλυθεί σχετικά σχολαστικά από την Αμερικανική Υπηρεσία Περιβάλλοντος (EPA, 2007)  είναι η θερμική ρύπανση του θερμοηλεκτρικού σταθμού Brayton Point στο κόλπο Mount Hope Bay  στην Νέα Αγγλία των ΗΠΑ.

Ο θερμοηλεκτρικός σταθμός  Brayton Point εχει 4 μονάδες και λειτουργεί με ένα μίγμα ορυκτών καύσιμων (συνδυάζει λιθάνθρακα και φυσικό αέριο) ισχύος 1.600 MW απορρίπτει ετησίως περιπου 3,6 δισεκατομμύρια λίτρα  θερμό νερό  (που φτάνει μέχρι και τους 35 oC) στο κόλπο Mount Hope Bay. Ο σταθμός χρησιμοποιεί σύστημα ανοιχτής ψύξης (once-through cooling)

Τα ευρήματα αυτής της μελέτης μπορεί να δώσουν μια ιδέα για τις πιθανές επιπτώσεις της θερμικής ρύπανσης στο νερό αν οπως προειπώθηκε η κάθε περίπτωση είναι διαφορετική.

  

braytonpointfactsht2003 

 

Ο κόλπος Mount Hope Bay είναι ένα σύστημα που έχει βιώσει και βιώνει πολλές επιπτώσεις και αλλαγές  σχετικές με την θερμική ρύπανση. Μερικές από τις πιο προφανείς επιπτώσεις, για τις οποίες φαίνεται να  μην υπάρχει διαφωνία αναμεσα στους επιστήμονες, περιλαμβάνουν:

 * Απουσία της κανονικής εμφάνισης φυτοπλαγκτόν τον χειμώνα και την άνοιξη.

 * Η εμφάνιση οχληρών παρασιτικών εξανθήσεων των φυκών

 Για να αξιολογηθεί το δυναμικό για την ανάπτυξη των παρασιτικών  φυκών, είναι χρήσιμο να εξετάσει γεγονότα του παρελθόντος.  Η ανάπτυξη παρασιτικών μπλε-πράσινων φύκιων, κυρίως του είδους Anacystis auruginosa, εχει τεκμηριωθει  επιστημονικά στον κόλπο Mount Hope Bay (Scherer, 2002α). Έχει επίσης αποδειχθεί ότι οι εξανθήσεις μπλε-πράσινων φύκιων διεγείρονται σε νερά με  υψηλές θρεπτικές ουσίες και θερμές θερμοκρασίες (EPA των ΗΠΑ, 1985).

Ο συνήθης εποχικός κύκλος του  φυτοπλαγκτόν που παρατηρήθηκε στα παράκτια ύδατα δείχνει μια δραματική  αύξηση στην αφθονία  του φυτοπλαγκτού στα τέλη του χειμώνα και τις αρχές της άνοιξης (Valiela, 1995). Οι Keller et al. (1999) αναφέρουν ότι σε πολλά εύκρατα νερά το χειμώνα και την άνοιξη  η εμφάνιση του φυτοπλαγκτόν μπορεί να προσδώσει  μέχρι και το ήμισυ των συνολικών ετήσιων εισροών του οργανικού άνθρακα στο βενθικό στρώμα. Ο άνθρακας που εισέρχεται  στο βενθικό στρώμα υποστηρίζει μια διαφορετική ομάδα βενθικών οργανισμών που θάβονται κατω απο το βυθο (γνωστοι σαν infaunal), πολλοι από τους οποίους χρησιμεύουν σαν λεία για το ψαρι χωματίδα της Αμερικής και άλλα βενθικά αρπακτικά.

Η περιορισμένη χλωροφύλλη (υποκατάστατο μέτρο για την πυκνότητα του φυτοπλαγκτού) από τα στοιχεια που  συλλέχθηκαν  από το Δρ Mark Berman του NMFS τα τελευταία 4 χρόνια δείχνει ότι, σε γενικές γραμμές, οι συγκεντρώσεις χλωροφύλλης στο Mount Hope Bay είναι ελαφρώς υψηλότερες.

 Πιθανόν οι υψηλές θερμοκρασίες του νερού, λόγω των θερμών αποβλήτων του θερμοηλεκτρικού σταθμού Brayton Point, να  αλλάζουν την κανονική πληθυσμιακή δυναμική του φυτοπλαγκτόν

Αυτή η αλλαγή στη δυναμική του πληθυσμού του φυτοπλαγκτόν έχει σημαντικές επιπτώσεις στην δυναμική της τροφικής αλυσίδας. Οι αυξημένες θερμοκρασίες νερού στο Mount Hope Bay οδήγησαν σε αύξηση της βόσκησης σε ζωοπλαγκτόν και την αύξηση στα ποσοστά διήθησης του ζωοπλαγκτόν από τα οστρακοειδή. Αυτή η αυξημένη θήρευση μπορεί να είναι υπεύθυνη για την παρατηρούμενη έλλειψη  το χειμώνα και την άνοιξη της εμφάνισης του φυτοπλαγκτόν στο Mount Hope Bay. Οι αλλαγές στην δυναμική του πληθυσμού του φυτοπλαγκτόν διαχεόνται σε όλο το τροφικό πλέγμα, καθώς το φυτοπλαγκτόν είναι η κυρίαρχος τροφή του πρωτογενούς τομέα στο Mount Hope Bay. Αναπροσανατολισμός του άνθρακα μακριά από το βένθος και προς τα πελαγικά είδη, οδηγεί σε μείωση των βενθικών είδών και κατά συνέπεια στα αρπακτικά ψάρια που τρέφονται από αυτά όπως η χωματίδα της Αμερικής (Pseudopleuronectes americanus), το πησί της Αμερικής (Scophthalmus aquosus), το τάουτογκ   (Tautoga onitis) και  η γλώσσα Trinectes maculatus.  Ως εκ τούτου, με βάση τις δορυφορικές εικόνες η  επίδραση του πλουμίου (της θερμικής «κηλίδας») εκτείνεται σε μεγάλες περιοχές του κόλπου Mount Hope Bay.

 λλες επιπτώσεις:

Tσούχτρα Mnemiopsis leidyi

* Διαχείμαση της  κτενοφόρου τσούχτρας Mnemiopsis leidyi (ένα είδος μέδουσας, που συνιστά απειλή για την αλιεία, καθώς τρώει αβγά μικρών πελαγικών ψαριών)

Οι κτενοφορες τσουχτρες τρέφονται ακόρεστα από το πλαγκτόν και συνεισφέρουν στην μείωση των ψαριών στη Μαύρη Θάλασσα (Sullivan et al., 2001).  Η κτενοφόρος τσούχτρα Mnemiopsis leidyi  τρέφεται με αυγά πελαγικων ψαριων και  ζωοπλαγκτον (Sullivan et al., 2001). Για  είδη με βενθοπελαγικά αυγά, όπως και η χαμωτιδα της Αμερικης, πιθανότατα να υπάρχει και ελάχιστη άμεση θήρευση από την τσούχτρα Μ. leidyi, αλλά όμως η κτενοφόρος τσούχτρα ανταγωνίζεται  με τις προνύμφες των ψαριών για  τη θηρευση του ζωοπλαγκτού (Sullivan et al. 2001).   Οι Sullivan et al. (2001) προτείνουν ότι αυξήσεις στη θερμοκρασία του νερού είναι υπεύθυνες για την επέκταση της εμβέλειας  και επιμήκυνση της περιόδου παραμονής για τις τσούχτρες Μ. leidyi  στην περιοχή του κόλπου.  Η επιμήκυνση του  χρόνου και της αφθονίας της  κτενοφόρου  τσούχτρας αυξάνει τα φυσικά ποσοστά θνησιμότητας για τα είδη με πελαγικά αυγά και δημιουργει ανταγωνισμό για τους πόρους τροφίμων με  είδη, όπως η χαμωτιδα της Αμερικής, που έχουν τα πελαγικές προνύμφες.  Ο αυξημένος ανταγωνισμός για τροφή μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένα ποσοστά ανάπτυξης και επιβίωσης των προνυμφών της χαμωτίδας και  άλλων ειδών με τις προνύμφες των πελαγικών ειδών.

   τσούχτρες

Μείωση των Ψαριών

Η πιο ανησυχητική τάση στο κόλπο Mount Hope Bay είναι η δραματική απώλεια της συνολικής αφθονίας των ψαριών και της βιομάζας. Μια μεγαλύτερη από 80% μείωση στην αφθονία της κοινότητας νέκτον θα έχει σημαντικές επιπτώσεις σε άλλα στοιχεία του οικοσυστήματος, Μείωση της κοινότητα  νέκτον μπορεί να εξηγήσει εν μέρει την αύξηση της αφθονίας του πληθυσμου των τσουχτρών Mnemiopsis leidyi. Το νεκτον αναφέρεται στο σύνολο των υδρόβιων οργανισμών (ψάρια κλπ) που κολυμπούν  ενεργά στο νερό και μπορούν να κινούνται ανεξάρτητα από θαλάσσια ρεύματα (σε αντιθεση με το πλαγκτόν, κλπ). Εντός της κοινότητας ειδών νεκτόν, 16 από 21 είδη στο κόλπο Mount Hope Bay έχουν μειωθεί σημαντικά με το χρόνο. Η χωματίδα της Αμερικής (Pseudopleuronectes americanus), το πησί της Αμερικής (Scophthalmus aquosus), το τάουτογκ   (Tautoga onitis) και  η γλώσσαTrinectes maculatus συνεχίζουν να υπάρχουν σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα στο Mount Hope Bay. Στο κολπο του Mount Hope Bay, η χωματίδα της Αμερικής (Pseudopleuronectes americanus) και το Τάουτογκ (Tautoga onitis) έχουν " εκλείψει εμπορικά " και είναι πιθανό  να έχουμε "οικολογική εξαφάνιση» τους. Έτσι, οι πληθυσμοί τους ειναι τόσο χαμηλοι που  δεν είναι πλέον καλη η οικολογική θέση τους. Αυτή η μείωση είναι ένας παράγοντας που έχει συμβάλλει στην αύξηση της αφθονίας της αλλόχθονης μικροστομης χωματιδας (Etropus microstomus)  (Klein-MacPhee, 2002) που ζει σε θερμότερα νερά. Η Αμερικανική Υπηρεσία Περιβάλλοντος EPA πιστεύει ότι δεν υπάρχει σήμερα μια  ισορροπημένη αυτόχθονη κοινότητα ειδών στο κόλπο του Mount Hope Bay. Αυτό ενισχύεται από την αυξημένη συχνότητα εμφάνισης σε θερμοανθεκτικά είδη, όπως οι τσουχτρες και τα ψάρια που συνήθως απαντιόνται  σε θερμότερα νερά, όπως η μικρόστομη χωματίδα (Etropus microstomus). Η αυξημένη παρουσία αυτών των ειδών και η απουσία των παραδοσιακά  κυρίαρχων ειδών  της περιοχής δείχνει ότι δεν προστατεύεται η ισόρροπη αύξηση των αυτοχθόνων πληθυσμών.

* Διαχειμαση του γραμμωτού λαυρακιού (Morone saxatilis) και του γοφαριού (Bluefish, Pomatomus saltatrix) κοντά στον αγωγό απόρριψης θερμών αποβλήτων ψύξης.

Έχει επίσης αποδειχθεί ότι η θερμική «κηλίδα» αποβλήτων στο σταθμό Point Brayton έχει χρησιμεύσει ως ένα θερμικό πόλο έλξης σε ένα μεγάλο αριθμό γραμμωτών λαυρακιών και γοφαριών το φθινόπωρο και το χειμώνα. Η κανονική μετανάστευση αυτών των ειδών διαταράσσεται από την έλξη τους προς το θερμό πλουμιο (θερμική «κηλίδα» αποβλήτων).

Ένα μεγάλο πλήθος από αυτά τα ψάρια συγκεντρώνονται στο θερμικό πλουμιο (την θερμική κηλίδα των αποβλήτων) και το στόμιο των αγωγών απόρριψης  θερμών αποβλήτων για να ξεχειμωνιάσουν. Αυτό αντιπροσωπεύει μια νοσηρή κατάσταση για τα ψάρια καθώς γίνονται πολύ πιο ευάλωτα σε ασθένειες. Αντί να επιβραδύνουν το μεταβολισμό τους (και να διαχειμάσουν σε μια κατάσταση παρόμοια με την χειμερία νάρκη) αυτά τα ψάρια, λόγω της υψηλής θερμοκρασίας του νερού, διατηρούν υψηλό μεταβολικό ρυθμό. Επιπλέον, η ποσότητα τροφίμων για τα ψάρια που διαχειμάζουν στο σημείο απόρριψης θερμών αποβλήτων («θερμική κηλίδα)  είναι περιορισμένη. Έτσι, εάν παραμείνουν, οδηγούνται σε μια εξαιρετικά αποδυναμωμένη σωματική κατάσταση. Η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού ψαριών σε μια μικρή περιοχή με υψηλές θερμοκρασίες νερού και η αποδυνάμωση της φυσικής κατάστασης τους τα κάνει ιδιαίτερα ευάλωτα στη μετάδοση νόσων, όπως η «λεμφοκύστη» (lymphocystis). Η «λεμφοκύστη» πλήττει συνήθως στα ψάρια που ζουν σε θερμά πλούμια («θερμικές κηλίδες» αποβλήτων), είναι εξαιρετικά μεταδοτική και συχνά θανατηφόρα. Αυτή η ασθένεια έχει παρατηρηθεί στα γραμμωτά λαβράκια του κόλπου Mount Hope Bay και εκτιμάται ότι πλήττει το 30-50% των ψαριών (DeHart, 1997).

«λεμφοκύστη» (lymphocystis)

 * Αύξηση της αφθονίας στο  αλλόχθονο είδος ψαριου «μικροστομη χωματίδα» (Etropus microstomus) στον κόλπο. Η προσέλκυση ψαριών από πιο θερμά ύδατα όπως η «μικρόστομη χωματίδα» αλλοιώνει την ισορροπία του αυτόχθονου πληθυσμού ψαριών.

 * Πολλαπλοί θάνατοι μεγάλων ψαριών, σαν αποτέλεσμα των μεγάλων συμβάντων πρόσκρουσης στη σίτα άντλησης νερού ψύξης του σταθμού το χειμώνα.

 * Θερμική αποφυγή και εκδίωξη των ενηλικιωμένων χωματίδων της Αμερικής (Pseudopleuronectes americanus) απο το μεγαλύτερο μέρος του κόλπου.

Τα θερμά απόβλητα του σταθμού Brayton Point ασκούν μια τεράστια επίδραση στη θερμική συνθήκες στον κόλπο αλλάζοντας δραματικά την φυσική θερμική κατάσταση του.  Επιπλέον επιπτώσεις που προβλέπονται από την USGenNE περιλαμβάνουν:

* Μεγάλες περιοχές του κόλπου να αποφεύγονται με τη χωματίδα της Αμερικής (Pseudopleuronectes americanus) και απο το γραμμωτό λαβράκι κατά τη διάρκεια των θερμών συνθηκών (απο τα απόβλητα) το καλοκαιρι.

* Εκτεταμένες περιοχές του κόλπου αντιμετωπίζουν υψηλές θερμοκρασίες στο νερό με αποτέλεσμα χρόνια τοξικότητα στους νεαρούς πληθυσμούς της χωματίδας  (Pseudopleuronectes americanus)

 * Μείωση της επιτυχούς τελεσφόρησης επώασης των αυγών της χωματίδας  (Pseudopleuronectes americanus)σε ολόκληρο το κόλπο στις πιο θερμές συνθήκες του χειμώνα.

 * Αύξηση της θήρευσης των αυγών  και  προνύμφων της χωματίδας (Pseudopleuronectes americanus) από τις γαρίδες της άμμου.

 * Πιθανή εκδίωξη του είδους φυκιού της περιοχής,  «ζωστήρ ο θαλάσσιος» (Zostera marina ή eelgrass). Η ανάπτυξη της θαλάσσιας  βλάστησης μειώνεται με την αύξηση της θερμοκρασίας, επειδή οι ρυθμοί φωτοσύνθεσης μειώνονται ενώ αυξάνονται οι ρυθμοί της «αναπνοής» απο το φύκι.

  

Μείωση του διαλυμένου οξυγόνου

Το USGenNE  βρήκε ότι η κακή ποιότητα του νερού (ειδικά τα υψηλά επίπεδα των θρεπτικών ουσιών) έχει προκαλέσει την πτώση των αλιευτικών αποθεμάτων στο κόλπ του Mount Hope Bay.  Η υπερβολική φόρτωση των θαλασσιων συστηματων σε θρεπτικές ουσίες, κυρίως σε άζωτο, διεγείρει την ανάπτυξη του φυτοπλαγκτού, το οποίο οδηγεί σε αυξημένο οργανικό φορτίο στο σύστημα. Το οργανικό υλικό διασπάται από την αναπνοή, η οποία απαιτεί οξυγόνο. Περιοχές με υψηλό οργανικό φορτίο συχνά έχουν σαν αποτέλεσμα τις χαμηλές συγκεντρώσεις διαλυμένου οξυγόνου στη στήλη νερού. Η χαμηλή συγκέντρωση διαλυμένου οξυγόνου μπορεί να προκαλέσει σίγουρα την εκδιωξη, αποφυγή και, σε ακραίες περιπτώσεις,  την θνησιμότητα σε θαλάσσιους οργανισμούς (EPA, 2000). Ιστορικά, ο κόλπος Mount Hope Bay έχει βιώσει περιόδους εξαιρετικά χαμηλού διαλυμένου οξυγόνου. Αυτά τα φαινόμενα τείνουν να εμφανίζονται στις πιο ζεστές εποχές του έτους (το καλοκαίρι). Η χωρική έκταση του χαμηλού διαλυμένου οξυγόνου  και η συχνότητα της εμφάνισή του δεν είναι πολύ καλά προσδιορισμένα. Μακροχρόνια το μέσο διαλυμένο οξυγόνο δείχνει ότι το  Μάιο και μέχρι τον Οκτώβριο οι διαλυμένες συγκεντρώσεις οξυγόνου στο βυθό  είναι χαμηλότερες κοντά στο σημείο απόρριψης των θερμών αποβλήτων του συστήματος ψύξης.

Στοιχεία που συλλέχθηκαν τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 2001 στο Mount Hope Bay δείχνουν περιοδικές μεταφορές του διαλυμένου οξυγόνου στο στρωμα νερου του βυθου σε χαμηλά επίπεδα των 2 mg/l για αρκετές ώρες το χρόνο (Rountree et al, 2002). Η αυξημένη θερμοκρασία επηρεάζει το διαλυμένο οξυγόνο στο νερό, μέσω διάφορων μηχανισμών που αναφέρονται κατωτέρω:

1. Η διαλυτότητα του οξυγόνου στο νερό μειώνεται καθώς αυξάνει την θερμοκρασία του νερού.

2. Οι ρυθμοί φωτοσύνθεσης στο φυτοπλαγκτόν αυξάνονται με τη θερμοκρασία, αυξάνοντας έτσι ενδεχομένως τη ροή της μάζας των οργανικών υλικών προς στο βένθος και

3. Οι ρυθμοί «αναπνοής» της οργανικής ύλης αυξάνονται με τη θερμοκρασία. Η «αναπνοή» είναι μία διαδικασία αποικοδόμησης του οργανικού υλικού που χρησιμοποιεί οξυγόνο.

 

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν

Διάβασε ολόκληρη η μελέτη

 

Η περίπτωση θερμικής ρύπανσης του ρηχού κόλπου Biscayne Bay στην νότια Φλόριντα

Η μέση μέγιστη ημερήσια θερμοκρασία του νερού στο κόλπο Biscayne Bay στην νότια Φλόριντα είναι συνήθως 30 με 31 ° C κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο (FWPCA. 1970). Αφού πολύ λίγα είδη υδρόβιων είναι σε θέση να αντέξουν θερμοκρασίες που υπερβαίνουν τους 30-35 ° C για περισσότερο από ένα μικρό χρονικό διάστημα, η τεχνητή αύξηση της θερμοκρασίας του Biscayne Bay, κατά λίγους μόνο βαθμούς Κελσίου έχει σοβαρές επιπτώσεις στους ζώντες οργανισμούς του κόλπου.

Οι πρώτες αρνητικές συνέπειες των θερμών λυμάτων από μια θερμοηλεκτρική μονάδα ανακαλύφθηκαν από μια έρευνα στο νότιο μέρος του κόλπου του Biscayne  στο τέλος του Ιουλίου του 1968 περίπου τρεις μήνες  αφότου μια νέα μονάδα ηλεκτροπαραγωγής από πετρέλαιο μπήκε σε λειτουργία. Ένας χώρος από άγονα ιζήματα που κάλυπτε 8 με 12 στρεμμάτων από το στόμα του αγωγού απόρριψης θερμών λυμάτων. Η θαλάσσια βλάστηση (turtle grass) που άκμαζει σε παρόμοιες περιοχες του κόλπου είχε εξαφανιστεί εντελώς και τα απογυμνωμένα ιζήματα καλύφθηκαν με παρασιτικά πράσινα ή μπλε-πράσινα μικροφύκη (FWPCAI 1970).

Έως τα μέσα Νοεμβρίου, η περιοχή με τα απογυμνωμένα ιζήματα είχε επεκταθεί σε περίπου 400 στρέμματα. Τα ρεύματα είχαν διαβρώσει σοβαρά τα ιζήματα στην εκτεθειμένη επιφάνεια, κοιλότητες στο βυθό γέμισαν με μαγκρόβια τύρφη και νεκρά ριζώματα από την θαλάσσια βλαστηση. Αξιοσημείωτη ζημιά στο βένθος και τα θαλάσσια λιβάδια,  ήταν εμφανής σε μια  επιπλέον έκταση 800 στρεμματων (FWPCA, 1970).

Μέχρι το Μάιο του 1969, η επανανάπτυξη της βλάστησης πραγματοποιήθηκε στο μεγαλύτερο μέρος των 800 στρεμμάτων της περιοχής που είχε επηρεαστεί δυσμενώς το προηγούμενο καλοκαίρι και το φθινόπωρο σε αυτόν τον τομέα της επανααναπτυξης της βλαστησης  διαπιστώθηκε μια ευρεία ποικιλία των βενθικής πανίδας μεταξύ των άλλων γαρίδων, μαλακιων , ανωριμων καβούριων, σφουγγαριων, κοραλλιών, και  μικρων ψάριων του βυθου. Ωστόσο, μια έκταση 400 στρεματων κοντά στο στομιο απόριψης των θερμών αποβλήτων  εξακολουθεί να παραμένει χωρίς τους συνήθεις ζώντες βενθικους οργανισμούς. Τα ιζήματα στον τομέα αυτό καλύπτονται από αποικίες πράσινων αλγών και κυανοβακτήρια με περιστασιακά μπαλώματα απο βενθικα διάτομα. Αυτά  τα μικροφυκη δεν παρέχουν  ουσιαστικά καμία προστασία για τα ιζήματα από τα διαβρωτικα ρεύματα (FWPCA, 1970).

Μπλε-πρασινα άλγη (κυανοβακτήρια)

Περαιτέρω επιδείνωση του βένθους έγινε εμφανής στις 5 Ιουνίου 1969. Οι  αποικίες κοραλλιού 350-550 μέτρα από το σημείο απόρριψης είχαν πεθάνει όλες, και κάποια νεκρά κοράλλια βρέθηκαν 750 μέτρα μακρια από το σημείο απόρριψης των θερμών λυμάτων. Μέχρι τις 19 Ιούνιου, άλλοι βενθικοι οργανισμοί  είχαν αρχίσει να εξαφανίζονται. Η θαλάσσια βλάστηση στα 550 μέτρα  από το σημείο απόρριψης των λυμάτων έχασε το πράσινο χρώμα της και ήταν επικαλυμμένη με ένα καφέ ζελατινώδες υλικό, και κάποια βλάστηση είχε αρχίσει να χάνει το χρώμα και το σθένος της σε αποστάσεις μέχρι 900 μέτρα από το σημείο απόρριψης των λυμάτων. Στα 750 μέτρα  από το σημείο απόρριψης των λυμάτων το 50-70% των κοραλλιών είχαν πεθάνει..

Μια μαζική θανάτωση οργανισμών στο κόλπο συνέβη περίπου μία εβδομάδα αργότερα. Στις 25 Ιουνίου 1969, το νερό στον κόλπο ήταν ασυνήθιστα θολό και η θερμοκρασία του νερού ήταν ταυτόχρονα υψηλή. Χιλιάδες νεκρά ψάρια βρέθηκαν νότια του Turkey Point στις 26 Ιουνίου 1969.
Μια έρευνα στις 27 Ιουνίου αποκάλυψε πολλές νεκρές γαρίδες, μπλε καβούρια, καβούρια αράχνη, πετροκαβούρια, μαλάκια και άλγη. Τα νεκρά ψάρια ήταν πιο πολυάριθμα στα 900 μετρα  από το σημειο απορριψης των λυμάτων. Μια πιο εκτεταμένη έρευνα μέχρι και 1,4 χλμ. από το σημείο απόρριψης στις 29 Ιουνίου αποκάλυψε ότι ο βυθός ήταν γεμάτος με νεκρά φυτά και ζώντες οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων των σφουγγαριών, καβουριων αράχνη, μπλε καβουριων, κοραλλιων, γαρίδων  θαλάσσιων σαλιγκαριων, μυδιων, και πολλων ποικιλιών ψαριών μαζι με τα  μαραμένα και καφε-χρωματισμένα  φύκη (FWPCA, 1970. σ. 33).

Η έκταση της βιολογικής ζημιάς  έγινε εμφανής στους επιστήμονες που εξέτασαν τον κόλπο στις 27 Ιουνίου. Υπήρξε σχεδόν πλήρης θανατωση των υδρόβιων οργανισμών σε μια έκταση περίπου 840 στρεμματων. Η περιοχή με τις οξείες επενέργειες ηταν στην έκταση της βορειοανατολικης ροής των θερμών λυμάτων από το σημείο απόρριψης. Η συνολική έκταση των βιολογικών ζημιών, επεκταθηκε βόρεια και νότια του σημείου απόρριψης των λυμάτων  και καλυπτε μια συνολική έκταση από περίπου 2,7 τετραγωνικα χιλιόμετρα. Μεταγενέστερες μελέτες της θερμοκρασίας τον Αύγουστο του 1969 αποκάλυψαν ότι τα θερμά λύματα της θερμοηλεκτρικής μονάδας αύξησαν την θερμοκρασίας του νερού στον κόλπο κατά τουλάχιστον 2,2 ° C σε μια έκταση 2,5 τετραγωνικών χιλιομέτρων, και ότι κοντά στο σημείο αποριψης η άνοδος της θερμοκρασίας ήταν περίπου 4,4 ° C (FWPCAI 1970). Το επιστημονικό συμπέρασμα ήταν ότι οι θάνατοι τον Ιούνιο του 1969 προκλήθηκαν εξ ολοκλήρου από υψηλές θερμοκρασίες των θερμών αποβλήτων του νερού ψύξης του θερμοηλεκτρικού  σταθμού.

 


 

 

Επιπτώσεις απο τα βιοκτόνα που χρησιμοποιούνται στην απολύμανση του νερού ψύξης

Οι εναποθέσεις από μύκητες, άλγη και βακτήρια στα συστήματα ψύξης νερού είναι συνήθεις, αφού τα συστήματα προσφέρουν ένα ιδανικο περιβάλλον για την ανάπτυξη τους. Η ανάπτυξη αυτών των οργανισμών μπορεί να αυξήσει το κόστος άντλησης και να μειώσει της αποτελεσματικότητα των διαδικασιών μεταφοράς θερμότητας. Τα βιοκτόνα συνήθως χρησιμοποιούνται με σκοπό τον έλεγχο της ανάπτυξης των εν λόγω οργανισμών. Όταν τα συστήματα ψύξης νερού αποβάλλουν το χρησιμοποιημένο νερό στη θαλασσα, οι υπολειπόμενες ποσότητες των βιοκτόνων και τα παράγωγα τους παραμένουν στα αποβλητα.

Υπάρχουν πολλά βιοκτόνα διαθέσιμα για τον έλεγχο της ανάπτυξης βιο-εναποθέσεων στα συστήματα ψύξης νερού. Αυτά μπορούν να χωριστούν σε δύο κύριες ομάδες: τα οξειδωτικά βιοκτόνα και τα μη-οξειδωτικά βιοκτόνα.

Τα οξειδωτικά βιοκτόνα περιλαμβάνουν χλώριο, το βρώμιο και τις ενώσεις τους και δεν κάνουν διακριση ως προς τους οργανισμούς που σκοτώνουν. Τα μη-οξειδωτικά βιοκτόνα είναι πιο επιλεκτικά, και είναι πιο αποτελεσματικά εναντιον ενός είδους μικροοργανισμών από ό, τι σε άλλα είδη. Μια μεγάλη ποικιλία δραστικών συστατικών χρησιμοποιούνται σαν μη-οξειδωτικά βιοκτόνα, συμπεριλαμβανομένων των τεταρτοταγων ενώσεων του αμμωνίου, isothiazolones, αλογονωμένες δισφαινόλες, τα θειοκαρβαμικά καθώς και άλλα. Λαμβάνοντας υπόψη το ευρύ φάσμα διαφορών στην συμπεριφορά και την τοξικότητα των βιοκτόνων, η εξέταση της πορείας τους στο περιβάλλον και της τοξικότητας των βιοκτόνων αλμυρού νερού έχει περιοριστεί στις επιπτώσεις δυο συγκεκριμένων βιοκτόνων του χλωρίου και του βρωμίου (και τις ενώσεις τους) καθώς και τα κύρια προϊόντα μετασχηματισμού τους (δηλ. τοχλωροφόρμιο και βρωμοφόρμιο).

Η μέγιστη χλωρίωση στα συστήματα ψύξης συνήθως γίνεται συνήθως κατα τους καλοκαιρινούς μήνες, όταν το νερό είναι σε θερμοκρασίες αιχμής και τα αυγά και οι προνύμφες των ψαριών είναι σε μεγαλύτερη αφθονία στο ζωοπλαγκτόν καθως και οι πληθυσμοί των ασπόνδυλων και ψαριών κορυφώνονται. (πηγη 1)

Επιπτώσεις στο θαλάσσιο περιβάλλον

Μια ανασκόπηση των δεδομένων σχετικά με την τοξικότητα του χλωρίου και βρωμίου για τους οργανισμούς του αλμυρού νερού δείχνει ότι πολύ περισσότερες πληροφορίες είναι διαθέσιμες σχετικά με την τοξικότητα του χλωρίου και της χλωραμίνης για τους οργανισμούς αλμυρού νερού από ό, τι για το βρώμιο και την βρωμαμινη. Τα ασπόνδυλα (κυρίως οστρακόδερμα) εμφανίζουν την μεγαλύτερη ευαισθησία (Lewis et al 1994 και Lewis et al 1997). Ωστόσο, οι Lewis et al (1997) παρουσίασαν μια σύγκριση της τοξικότητας του χλωρίου και βρωμίου. Ερευνώντας τη διαφορά στην ευαισθησία δύο θαλασσιων οργανισμών, του πλευραση΅όψαρου (Menidia beryllina) και του μυσιδιού (Mysidopsis Bahia) διαπίστωσαν μόνο μια ελαφρά αύξηση στην τοξικότητα (με συντελεστή 2), το χλώριο εμφανίζεται ελαφρώς πιο τοξικό από το βρώμιο.

Βιοσυσώρευση. Ελαφρά έως μέτρια βιοσυσσώρευση μπορεί να συμβεί σε ορισμένους υδρόβιους οργανισμούς απο τα υποπαράγωγα της χλωρίωσης/βρωμίωσης,  το χλωροφόρμιο και βρωμοφόρμιο.

1) Το χλώριο σκοτώνει άμεσα ττο φυτοπλαγκτόν και το ζωοπλαγκτόν που παρασύρεται μέσα στο σύστημα ψύξης και έχει επιπτώσεις στους οργανισμούς που κατοικούν στο σημείο αποβολής των θερμών αποβλήτων και τα περιβάλλοντα ύδατα.

α) Το χλώριο αρχίζει να είναι θανατηφόρο στους θαλάσσιους οργανισμούς σε συγκεντρώσεις 0,01 mg / L (πηγη 2) αλλά η ανθεκτικότητα των οργανισμών μειώνεται σημαντικά από τις υψηλές θερμοκρασίες και την μειωμένη φυσιολογική κατάσταση των οργανισμων.(πηγή 3)

2) Τα τοξικά υπολείμματα των οργανικών ενώσεων (οι χλωραμίνες) είναι ένα υποπροϊόν της χλωρίωσης, που παραμένει στα απόβλητα του συστήματος ψύξης με αποτέλεσμα τη μακροπρόθεσμη έκθεση των ψαριών και άλλων υδρόβιων οργανισμών που κατοικούν στο θερμικό πλούμιο. (πηγη 4)

 

Πηγή: Environment Agency Proposed EQS for Water Framework Directive Annex VIII substances: chlorine (free available) Science Report: SC040038/SR4 SNIFFER Report: WFD52(iv)

 

Λεπτομέρειες για τις τοξικες επιπτώσεις και την βιοσυσώρευση απο τα βιοκτόνα εδώ

Πηγές

1. M.J. Kennish (2001) State of the Estuary and Watershed: An Overview. Journal of Coastal Research, SI 32: 243-273.

2. J.S. Mattice and H.E. Zittel (1976) Site-specific evaluation of power plant chlorination. Journal of Water Pollution Control Federation, 48: 2284-2292.

3. L.W. Hall Jr., D.T. Burton and S.L Margrey (1981) Acclimation temperature: an important factor in power plant chlorination studies with larval white perch, Morone americana. Journal of Toxicological and Environmental Health. 7(6): 941-950.

W.P. Davis and D.P. Middaugh (1977) A revised review of the impact of chlorination processes upon marine ecosystems: update 1977. In: R.L Jolley (eds) Water Chlorination: Environmental Impact and Health EffectsVolume 1, Ann Arbor Science, Ann Arbor, Michigan, pgs. 283-310.

4. Ambient Water Quality Criteria for Chlorine (January 1985), USEPA 440/5-84-030, 57 pgs

Lewis, S., Cartwright, N.G., Jerman,E., Tynan, P., Sims, I.R. and Wellstein, N. 1994. Proposed environmental quality standards for chlorine in fresh and marine waters. Report for the National Rivers Authority, R&D Note 332.

Lewis, S., Mole, N., Mascarenhas, R., and James, H. 1997. Proposed Environmental Quality Standards for Bromine in Fresh and Marine Waters. Report for the Environment Agency. R&D Technical Report P74



Περισσότερες Πληροφορίες

Review and development of temperature Job No: standards for marine and freshwater environments

CALIFORNIA ENERGY COMMISSION ISSUES AND ENVIRONMENTAL IMPACTS ASSOCIATED WITH ONCE-THROUGH COOLING AT CALIFORNIA’S COASTAL POWER PLANTS 

AN ASSESSMENT OF THE STUDIES USED TO DETECT IMPACTS TO MARINE ENVIRONMENTS BY CALIFORNIA’S COASTAL POWER PLANTS USING ONCE-THROUGH COOLING A PLANT-BY-PLANT REVIEW

COST AND VALUE OF WATER USE AT COMBINED-CYCLE POWER PLANTS Prepared For California Energy Commission 

Thermal Discharges in the Marine Environment, UNITED NATIONS

UNESCO aquatic effects of water pollution

Thermal discharges , UK Marine SACS project




Πληροφορίες για την μονάδα ηλεκτροπαραγωγής που προγραμματίζεται